κράμα

κράμα
τό
1) смесь; 2) сплав

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "κράμα" в других словарях:

  • κρᾶμα — mixture neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κράμα — Μεταλλικό προϊόν, το οποίο αποτελείται από δύο ή περισσότερα στοιχεία και έχει τη μορφή στερεού διαλύματος, διαμεταλλικής ένωσης ή μείγματος μεταλλικών φάσεων. Τα κ. σχηματίζονται με ανάμειξη των μετάλλων σε κατάσταση τήξης, για να δώσουν, μετά… …   Dictionary of Greek

  • κράμα — το, ατος 1. μείγμα: Είναι κράμα κρασιού και νερού. 2. μείγμα που προέρχεται από τη σύντηξη δύο ή περισσότερων μετάλλων: Ο ορείχαλκος είναι κράμα χαλκού και κασσίτερου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χάλυβας — Κράμα του σιδήρου, στο οποίο περιέχεται άνθρακας κατά 1,7 1,8% και άλλα μεταλλικά και μη μεταλλικά στοιχεία, κατάλληλα για να προσδώσουν στο κράμα ειδικές ιδιότητες (βανάδιο, βολφράμιο, νικέλιο, χρώμιο), ενώ άλλα στοιχεία βρίσκονται ως… …   Dictionary of Greek

  • αμάλγαμα — Κράμα υδραργύρου με ένα ή περισσότερα μέταλλα (π.χ. κασσίτερο, ψευδάργυρο, χρυσό, χαλκό). Μπορεί να είναι είτε υγρό είτε παχύρρευστη μάζα είτε στερεό, σε κανονική θερμοκρασία, ανάλογα με την εκατοστιαία περιεκτικότητά του σε υδραργύρο. Το α.… …   Dictionary of Greek

  • αντικοροντάλ — Κράμα με βάση το αλουμίνιο και με μικρές εκατοστιαίες αναλογίες πυριτίου, μαγγανίου και μαγνησίου. Αντιστέκεται στη δράση της ατμοσφαιρικής διάβρωσης και προσφέρεται σε επεξεργασία με μεθόδους υψηλής θερμοκρασίας. Το κράμα αυτό χρησιμοποιείται… …   Dictionary of Greek

  • αλουμέλ — Κράμα νικελίου, αργιλίου και μαγγανίου που χρησιμοποιείται στην κατασκευή θερμοηλεκτρικών στοιχείων …   Dictionary of Greek

  • αλπακάς — Κράμα χαλκού (50 65%), ψευδαργύρου (20 30%) και νικελίου (10 30%). Παρουσιάζει σημαντική αντοχή στα χημικά αντιδραστήρια και χρησιμοποιείται για την κατασκευή διαφόρων αντικειμένων οικιακής χρήσης, ηλεκτρικών συσκευών για ιατρικούς σκοπούς,… …   Dictionary of Greek

  • κοσταντάνη — Κράμα μετάλλων που αποτελείται από χαλκό (55 60%) και νικέλιο (40 45%). Υπάρχουν επίσης κράματα άλλων μετάλλων, που μοιάζουν με την κ. και χρησιμοποιούνται σε ορισμένες περιπτώσεις ως υποκατάστατό της. Η κ. χαρακτηρίζεται από ηλεκτρική… …   Dictionary of Greek

  • χαλκός — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Cu· ανήκει στην πρώτη ομάδα, δεύτερη υποομάδα του περιοδικού συστήματος των στοιχείων, έχει ατομικό αριθμό 29, ατομικό βάρος 63,54, δύο σταθερά ισότοπα (Cu63 και Cu65) και 9 ραδιενεργά, από αριθμό μάζας 58 έως 68.… …   Dictionary of Greek

  • αυτοκίνητο — Όχημα το οποίο κινείται με κινητήρα που έχει πάνω του και το οποίο δεν σέρνεται από εξωτερική δύναμη. Γενικά χερσαίο όχημα που είναι κατασκευασμένο για να κινείται κατά κανόνα σε δρόμους και αντλεί την απαραίτητη για την κίνησή του ωστική δύναμη… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»